Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Άξιον Εστί το τίμημα!

21 Μαρτίου, εαρινή ισημερία και παγκόσμια ημέρα ποίησης - ένα ελάχιστο αφιέρωμα...



Η Βολιώτικη Χορωδία και η Χορωδία Αταλάντης από κοινού, ετοιμάζονται να παρουσιάσουν μέσα στους επόμενους μήνες στο ελληνικό κοινό ολόκληρο το έργο «Το Άξιον Εστί». σε μουσική σύνθεση του Μίκη Θεοδωράκη πάνω στο ομώνυμο μεγάλο ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη.
Συμπληρώνονται φέτος 50 χρόνια από την πρώτη παρουσίαση του έργου, στις 19 Οκτωβρίου 1964, στο θέατρο Κοτοπούλη («Ρεξ»). Μέσα σ’ αυτά τα 50 χρόνια, ο Οδυσσέας Ελύτης τιμήθηκε με το Νόμπελ Ποίησης το 1979 και το «Άξιον Εστί» αναδείχθηκε σε ένα από τα κορυφαία μουσικά και ποιητικά έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου, με εκτελέσεις στις περισσότερες χώρες του κόσμου και με ερμηνευτές που έχουν χαράξει τις ψυχές μας.
Αισθανόμαστε, λοιπόν, μεγάλη την τιμή αλλά ταυτόχρονα και μεγάλη την ευθύνη που αναλαμβάνουμε, καθώς εντρυφούμε όλο και πιο βαθιά στην μεγαλοφυή σύνθεση τόσο της μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη όσο και της ποιητικής του Οδυσσέα Ελύτη.
Το όλο έργο έχει χαρακτηριστεί από τον ίδιο τον Θεοδωράκη «Λαϊκό ορατόριο σε τρία μέρη για λαϊκό τραγουδιστή, ψάλτη (βαρύτονο), αναγνώστη (ηθοποιό), λαϊκά όργανα, συμφωνική ορχήστρα και μικτή χορωδία». Στην πλειονότητα τους, τα ορατόρια χαρακτηρίζονται από μία θεματολογία βασισμένη σε βιβλικές αναφορές και είναι κατά βάση ένα είδος θρησκευτικής μουσικής. Στην νεοελληνική ο όρος αυτός αποδίδεται με τον όρο υμνωδία.
Αυτή ήταν και η πρόθεση του Ελύτη: να δώσει στο ποίημα τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας. Αξίζει να γνωρίσουμε ένα κείμενο που εμπιστεύθηκε ο ίδιος στον Γ.Π.Σαββίδη το 1969, δέκα χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου από τις εκδόσεις «Ίκαρος» (ευχαριστώ την φιλόλογο Άννα Χατζηαναστασίου, που μου το έκανε γνωστό).


Ο Οδυσσέας Ελύτης εξηγεί πώς έγραψε το Άξιον Εστί!

«Όσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημά μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του '48 με '51. Ήταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί - πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος - δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα. Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ήτανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγύριζαν μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουν, ήταν η μοίρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλεψε αιώνες για να υπάρξει.

Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαινα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ήταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ' άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.

Ήτανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ήτανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου - η πρώτη ήτανε στην Αλβανία - που έβγαινα από το άτομό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι.

Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να 'χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσαν. Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Έλληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν.

Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου. Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοίρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους - και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου 'δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ' αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας.

Κι έτσι γεννήθηκε το «Άξιον Εστί».

Χωρίζεται σε τρία διακριτά μέρη: Η Γένεσις, Τα Πάθη, Το Δοξαστικόν, συμπυκνώνοντας την θρησκευτική και τελετουργική αντίληψη του μυστηρίου της ζωής: Γέννηση - Πάθος, Θάνατος - Ανάσταση, Αθανασία.
Το δεύτερο (και μεγαλύτερο) μέρος, Τα Πάθη, αποτελείται από τρεις κατηγορίες:
τους ψαλμούς, 
τις ωδές (ή τα άσματα) και 
τα αναγνώσματα,
που αποτελούν τρεις ενότητες και εναλλάσσονται με μαθηματική τάξη. Κάθε ενότητα αποτελείται από έξι ψαλμούς, τέσσερις ωδές και δύο αναγνώσματα. Έχουμε δηλαδή στα Πάθη συνολικά, 18 Ψαλμούς, 12 Ωδές και 6 Αναγνώσματα, διατεταγμένα ως εξής, ανά ενότητα: Ψ-Ψ-Ω-Α-Ω-Ψ-Ψ-Ω-Α-Ω-Ψ-Ψ.
Από θεματική άποψη, η πρώτη ενότητα αναφέρεται στη Συνείδηση μέσα στην Παράδοση, η δεύτερη στη Συνείδηση μέσα στον Κίνδυνο και η τρίτη στη Συνείδηση μέσα στην υπέρβαση του Κινδύνου.
Οι Ψαλμοί έχουν για πρότυπο τα βυζαντινά τροπάρια και τους Ψαλμούς του Δαβίδ. Είναι γραμμένοι σε ελεύθερο στίχο και κατά ζεύγη.
Οι Ωδές, που περιβάλλουν τα αναγνώσματα, έχουν μια αυστηρή στιχουργική μορφή. Γενικό χαρακτηριστικό των ωδών είναι η διαίρεσή τους σε οριζόντια ημιστίχια με ένα κόσμημα (ρόδακα) στο σημείο του χωρισμού, που συνήθως αποτελεί και ένδειξη μετρικής τομής.
Τα Αναγνώσματα, που αποτελούν τη σπονδυλική στήλη των Παθών, είναι γραμμένα στο ύφος των απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη και των περικοπών του Ευαγγελίου. Το περιεχόμενό τους αποτελεί μια ρεαλιστική απεικόνιση της εμπειρίας που είχε ο ποιητής ως ανθυπολοχαγός στο Αλβανικό μέτωπο και ως αυτόπτης μάρτυρας της κατοχής και του εμφυλίου πολέμου.
Ολόκληρο το ποίημα το διατρέχει και το συναρθρώνει η φράση
αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας
Πολλοί άξιοι φιλόλογοι και κριτικοί λογοτεχνίας ασχολήθηκαν, από την πρώτη στιγμή της δημοσίευσής του, με αυτό το πρωτοφανές – και όχι μόνο για την εποχή που πρωτοεμφανίστηκε – ποιητικό έργο. Και έχουν γραφεί πολλά αξιόλογα κείμενα που αναλύουν ή επεξηγούν τα νοήματα, τις ίδιες τις λέξεις, τις αλλεπάλληλες εικόνες που ο ποιητής σμίλεψε περίτεχνα, χρησιμοποιώντας ως σμίλη την αιώνια και ενιαία ελληνική μας γλώσσα.
Για την παραπάνω φράση, διάβασα στο καλό ιστολόγιο «Φωτόδεντρο» την παρακάτω ανάλυση:
«…Η φαινομενική αυτή αντίφαση αντικαθρεπτίζει την αντίθεση που δημιουργείται στο συνειδέναι του ανθρώπου μεταξύ του ενός (είναι) και των πολλών (γίγνεσθαι), που δεν είναι παρά μία κατ' αίσθησιν διάσπαση του ενός σε πολλά. Ο ποιητής ρίχνει το φως σ' ένα συγκεκριμένο άτομο, σ' ένα συγκεκριμένο λαό, σ' ένα συγκεκριμένο χώρο, για να αφηγηθεί ένα συγκεκριμένο δράμα, μιας βαθύτατα ανθρώπινης όσο και ιστορικής οδύνης…»
Ύστερα πήγε η ποίηση να ανταμώσει την μουσική. Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του δίσκου, το 1964, γράφει καταλήγωντας:
«…Ήταν για μένα μια μεγάλη εύνοια της θεάς τύχης να βρεθώ μπροστά σ’ αυτό ακριβώς το ποιητικό έργο, που όλες θαρρείς οι διανοητικές, αισθητικές, συναισθηματικές και ιδεολογικές μου προσμονές και απαιτήσεις, είχαν στραμμένες τις κεραίες τους προς την κατεύθυνσή του. Αναδιφούσα τα νεοελληνικά ποιητικά έργα, το ένα μετά το άλλο. Προσκαλούσα τους φίλους μου ποιητές να προβληματισθούν, δίχως δυστυχώς να μπορώ να τους εξηγήσω «λογικά» τι ακριβώς ζητούσα. Βρισκόμουν τυλιγμένος μέσα σε ένα γόνιμο χάος.
Ο ταχυδρόμος της Fontaine au Roi στο Παρίσι περνούσε καθημερινά στις 3 μ.μ. Ήταν νομίζω Άνοιξη του ’61 που έλαβα το Άξιον εστί, δώρο ευγενικό του ποιητή και το ίδιο βράδυ είχα σχεδιασμένα τα δύο πρώτα μέρη. Την Γένεση και Τα Πάθη. Θέλω μ’ αυτό να δείξω πόσο ήδη ενυπήρχε μέσα μου αυτή η μουσική και δεν έμενε παρά το χτύπημα της ρομφαίας πάνω στον βράχο για να αναπηδήσει το ζωντανό νερό των ήχων.
Ως και η μορφή του έργου, με τις πλούσιες εναλλαγές του ποιητικού λόγου, του άλλοτε απέραντου σαν αρχιπέλαγος, του άλλοτε κατανυκτικού σαν ψαλμός ή του πειθαρχημένου σαν λαϊκό τραγούδι, μου προσέφερε εκπληκτικές δυνατότητες, που πολύ φοβούμαι πως δεν κατόρθωσα να τις εξαντλήσω μέσα σ’ αυτό το πρώτο μουσικό γύμνασμα.
Το πρόβλημα ήταν πώς να ισορροπήσω το καθαρά λαϊκό τραγούδι με τις έντεχνες μορφές της λαϊκής μουσικής, καθώς παρουσιάζονται είτε από την ορχήστρα είτε από τον ψάλτη (βαρύτονο) είτε από την χορωδία.
Εδώ, στην έντεχνη επεξεργασία, προχώρησα με πρόθεση εντελώς αφαιρετική. Με τη συνείδηση θα ’λεγα αγιογράφου, που μισεί τη σάρκα, θέλοντας να ταυτίσει τη μορφή με την ψυχή.
Στο διάβολο, είπα, και τα εγκεφαλικά κοντραπούντα και οι πολύπλοκες αρμονικές, ρυθμικές και ενορχηστρωτικές σχέσεις. Ας βγει η ψυχή της μουσικής μας ακέραιη, ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες. Χορεύοντας με το ρωμαίικο νταούλι. Ας αφήσουμε τις επιδείξεις για τους λαούς που έχασαν την ψυχή τους κι ας τραγουδήσουμε απλά τους καημούς και τις ελπίδες της ρωμιοσύνης.»
Αυτό θα κάνουμε κι εμείς!
Η Βολιώτικη Χορωδία και η Χορωδία Αταλάντης, με τη συμμετοχή και άλλων καλλιτεχνών, θα παρουσιάσουν σε πλήρη μορφή «Το Άξιον Εστί» στην Αταλάντη στις 27 Απριλίου και στον Βόλο στις 15 Ιουνίου 2014. Θα ακολουθήσουν συναυλίες σε άλλες ελληνικές πόλεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου